ΕΛΕΓΧΟΣ ΜΑΣΤΟΥ

Για πολλά χρόνια ο καρκίνος του μαστού αποτελούσε μία από τις κυριότερες αιτίες θνητότητας του γυναικείου πληθυσμού. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, σημειώνεται σημαντική μείωση στη θνησιμότητα από τον καρκίνο του μαστού και αυτό οφείλεται στον προληπτικό έλεγχο που θέτει τη διάγνωση πολύ έγκαιρα, αλλά και στα νέα χημειοθεραπευτικά σχήματα.

Η πιθανότητα μία γυναίκα του γενικού πληθυσμού να εμφανίσει καρκίνο του μαστού αγγίζει το 10% και η συνήθης ηλικία εμφάνισης είναι μετά τα 40 έτη.

Για νοσήματα όπως είναι ο καρκίνος η έναρξη θεραπείας όσο το δυνατόν νωρίτερα έχει κεφαλαιώδη σημασία. Συνεπώς απαιτούνται εξετάσεις οι οποίες διαγιγνώσκουν τον καρκίνο του μαστού όσο πιο πρώιμα γίνεται.

Μία εξέταση θεωρείται ως εξέταση διαλογής όταν χρησιμοποιείται για τη διάγνωση νοσημάτων σε ανθρώπους πριν ακόμη εμφανιστούν συμπτώματα ή κλινικά σημεία.

Η βασικότερη εξέταση διαλογής για τον καρκίνο του μαστού είναι η μαστογραφία, αλλά εξίσου σημαντικές για την έγκαιρη διάγνωσή του είναι η κλινική εξέταση και η αυτοεξέταση του μαστού από την ίδια τη γυναίκα. Από την ηλικία των 20 έως των 30 είναι σημαντικό η ασθενής να αυτοεξετάζεται λίγο μετά το τέλος της εμμήνου ρύσεώς της χωρίς να ακολουθεί κάποιο συγκεκριμένο πρότυπο ελέγχου. Στόχος είναι η γυναίκα να εξοικειώνεται με το μαστό της και να αντιλαμβάνεται τις μεταβολές του, ώστε οτιδήποτε την προβληματίζει να απευθύνεται στο γιατρό της. Στην ηλικία 29-39 εκτός από την αυτοεξέταση είναι σημαντικό η ασθενής να εξετάζεται από το γιατρό της κάθε 1-3 έτη, και το διάστημα αυτό γίνεται ετήσιο μετά την ηλικία των 40. Στην ίδια ηλικία κάθε γυναίκα θα πρέπει να ξεκινά τον έλεγχο και με μαστογραφία και να την επαναλαμβάνει ακολούθως ετησίως. Η ηλικία αυτή είναι χαμηλότερη σε γυναίκες με θετικό οικογενειακό ιστορικό (μητέρα, αδερφή, ξαδέρφη) οπότε πρέπει να ξεκινά πριν την ηλικία εμφάνισής του καρκίνου στη συγγενή, σε ασθενείς με υποψία γενετικής μετάλλαξης καθώς και σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν παθήσεις που αυξάνουν τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού, όπως είναι η άτυπη υπερπλασία.

Κατά την κλινική εξέταση των μαστών θα σας ζητηθεί από το γιατρό σας να καθίσετε. Ακολούθως θα σας ζητηθεί να σηκώσετε τα χέρια σας ώστε να αποκαλυφθούν τυχόν διαφορές στο μέγεθος και το σχήμα των μαστών, ερυθρότητα, βαθουλώματα (εσολκές) ή μάζες που προέχουν. Στη συνέχεια ακολουθεί η ψηλάφηση, κατά την οποία ελέγχεται και με τα δύο χέρια ο κάθε μαστός ξεχωριστά και η μασχάλη. Ενδεχομένως ο γιατρός να πιέσει τη θηλή προκειμένου να ελέγξει κατά πόσο υπάρχει κάποιο έκκριμα.

Η μαστογραφία είναι μία εξέταση κατά την οποία ακτινοβολείται ο μαστός, χωρίς να απαιτείται η χορήγηση οποιασδήποτε ουσίας (σκιαγραφικό) και χωρίς να τοποθετούνται κάποια εργαλεία στο σώμα σας. Η μαστογραφία μπορεί να γίνεται είτε προληπτικά για τον έλεγχο γυναικών που δεν εμφανίζουν συμπτώματα ή κλινικά σημεία, είτε για τη διερεύνηση ευρημάτων που προέκυψαν από την κλινική εξέταση και αυτοεξέταση της ασθενούς. Η μαστογραφία δε μπορεί να δώσει απάντηση από μόνη της αν κάποια μάζα στο μαστό είναι καλοήθης ή κακοήθης. Εάν στη μαστογραφία αναγνωριστούν ύποπτες εστίες τότε θα πρέπει να γίνει βιοψία αυτών ώστε να τεθεί η διάγνωση. Κατά τη βιοψία αφαιρείται τμήμα του ύποπτου μορφώματος ή κύτταρα από την ύποπτη περιοχή και ελέγχονται σε μικροσκόπιο. Καλό είναι πριν να υποβληθείτε σε μαστογραφία να αποφεύγετε αποσμητικά, κρέμες και λοσιόν καθώς ενδέχεται να περιέχουν ουσίες που φαίνονται στη μαστογραφία και δυσχεραίνουν τη διάγνωση.

Κατά τη μαστογραφία εκλύεται ελάχιστη ποσότητα ακτινοβολίας και η ετήσια επανάληψή της δεν αυξάνει τον κίνδυνο για την ασθενή. Η ψηφιακή μαστογραφία διαφέρει από την κλασική μαστογραφία μόνο ως προς τον τρόπο με τον οποίο αποθηκεύεται η εικόνα που λαμβάνεται. Αντί να χρησιμοποιείται φιλμ, η ψηφιακή μαστογραφία αποθηκεύεται ως αρχείο στον υπολογιστή, οπότε με τη χρήση κατάλληλων προγραμμάτων τα αρχεία αυτά μπορούν να μεγεθύνονται ή να βελτιώνεται η ευκρίνειά τους.