ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΚΟ ΥΠΕΡΗΧΟΓΡΑΦΗΜΑ

Το υπερηχογράφημα αποτελεί πλέον αναπόσπαστο τμήμα της γυναικολογικής εξέτασης την οποία πλαισιώνει και συμπληρώνει. Πρόκειται για μία μη επεμβατική και ανώδυνη εξέταση κατά την οποία χρησιμοποιούνται μηχανικά (ακουστικά) κύματα υψηλής συχνότητας που δεν είναι ακουστά από το ανθρώπινο αυτί. Η κεφαλή του μηχανήματος υπερήχων (ηχοβολέας) παράγει υψίσυχνους ήχους, οι οποίοι διαπερνώντας τα στρώματα του σώματος εν μέρει ανακλώνται και επιστρέφουν σ’ αυτήν και τους μεταφράζει σε εικόνα. Σε αντίθεση με την ακτινογραφία, την αξονική και τη μαγνητική τομογραφία δε χρησιμοποιεί ακτινοβολία και κατά συνέπεια δεν ενέχει κάποιο κίνδυνο για τη γυναίκα.

Το υπερηχογράφημα των έσω γεννητικών οργάνων μπορεί να πραγματοποιηθεί με δύο τρόπους: διακοιλιακά και διακολπικά. Όταν πραγματοποιείται διακοιλιακά, ο ηχοβολέας τοποθετείται στην κοιλιά της γυναίκας αφού προηγουμένως εφαρμοστεί ειδικό gel. Όταν πραγματοποιείται διακολπικά, ο ηχοβολέας καλύπτεται με ειδικό gel και θήκη latex και στη συνέχεια τοποθετείται στον κόλπο της γυναίκας. Το διακολπικό υπερηχογράφημα πλεονεκτεί σαφώς του διακοιλιακού, και παρέχει περισσότερες πληροφορίες για τα όργανα στη γυναικεία πύελο. Ωστόσο, σε μερικές περιπτώσεις, όπως σε μεγάλα ινομυώματα ή μεγάλες κύστεις ωοθηκών που εκτείνονται εκτός της γυναικείας πυέλου ενδέχεται να πρέπει να συμπληρωθεί και από διακοιλιακό υπερηχογράφημα.

Πριν την έναρξη του διακολπικού υπερηχογραφήματος η ασθενής πρέπει να κενώσει την ουροδόχο κύστη της. Ακολούθως, ξαπλώνει στο ειδικό γυναικολογικό εξεταστικό κρεβάτι, το οποίο μπορεί να είναι μηχανικό ή ηλεκτρικό (το ηλεκτροκίνητο κρεβάτι πλεονεκτεί γιατί η ασθενής τοποθετείται ευκολότερα σε μία άνετη για αυτήν θέση). Η εξέταση είναι σε γενικές γραμμές ανώδυνη αλλά ορισμένες γυναίκες μπορεί να αισθανθούν μία μικρή δυσφορία από την πίεση του ηχοβολέα. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα πρέπει να ενημερώνουν το γιατρό τους τη στιγμή που θα νιώσουν πόνο αφού αυτό αποτελεί σημαντικό κλινικό σημείο. Η ασθενής μπορεί και παρακολουθεί την εξέταση από μία οθόνη (ιδανικά που βρίσκεται απέναντί της) και τα αποτελέσματα της εξέτασης δίνονται αμέσως.

Με το υπερηχογράφημα της ελάσσονος πυέλου αξιολογούνται τα όργανα του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος. Ειδικότερα, προσδιορίζεται το μέγεθος και η θέση των ωοθηκών και του τραχήλου και του σώματος της μήτρας αλλά και η μορφή και το πάχος του ενδομητρίου. Επίσης, ελέγχεται η παρουσία μαζών, το περιεχόμενό τους (συμπαγείς, κυστικός χαρακτήρας, ύπαρξη διαφραγμάτων) και η αιμάτωσή τους και σε συνδυασμό με τη θέση τους τίθεται η διαφορική διάγνωση. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το υπερηχογράφημα από μόνο του δεν είναι διαγνωστική εξέταση. Θέτει, σε συνδυασμό με το ιστορικό, ισχυρή και άλλοτε λιγότερο ισχυρή υποψία για συγκεκριμένες παθολογικές καταστάσεις και προσανατολίζει τον θεράποντα στο περαιτέρω πλάνο του.

Καταστάσεις στις οποίες το υπερηχογράφημα κατέχει κεντρική θέση είναι η αναγνώριση ινομυωμάτων, κυστικών μορφωμάτων των ωοθηκών, πολυπόδων του ενδομητρίου ή του τραχήλου, σαλπιγγίτιδας ή πυελικής φλεγμονώδους νόσου της πυέλου, της ύπαρξης και της θέσης ενός ενδομήτριου σπειράματος, της εκτίμησης της ωριμότητας των ωοθυλακίων σε ασθενής με υπογονιμότητα ή υπό αγωγή για πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας και βέβαια η αναγνώριση πρώιμα των εξωμήτριων κυήσεων.

Παράγοντες οι οποίοι μπορεί να δυσχεράνουν την πραγματοποίηση του υπερηχογραφήματος είναι η έντονη παχυσαρκία, οι προηγούμενες διαγνωστικές εξετάσεις στο έντερο (με χρήση π.χ. βαρίου) και η αυξημένη αεροπλήθεια αυτού καθώς και η κατάσταση της ουροδόχου κύστεως. Εάν πραγματοποιείται διακολπικό υπερηχογράφημα η ουροδόχος κύστη πρέπει να είναι εντελώς άδεια (εάν είναι έστω και μερικώς γεμάτη προκαλεί δυσφορία στην ασθενή και απομακρύνει τα όργανα του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος από τον ηχοβολέα), ενώ αν είναι διακοιλιακό πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο γεμάτη (μετακινεί τη μήτρα προς τα πάνω και απομακρύνει το έντερο).

Τέλος, υπάρχει η δυνατότητα κατά τη διάρκεια του διακολπικού υπερηχογραφήματος να εισαχθεί ειδικός καθετήρας εντός της μήτρας μέσω του οποίου εγχέεται κατάλληλο υγρό ώστε να απομακρυνθούν μεταξύ τους τα τοιχώματα της μήτρας. Η εξέταση αυτή, που ονομάζεται υδροσονογραφία, αυξάνει σημαντικά την ευκρίνεια και τη διαγνωστική ακρίβεια του υπερηχογραφήματος ειδικά σε δύσκολα περιστατικά.