ΜΑΙΕΥΤΙΚΟ ΥΠΕΡΗΧΟΓΡΑΦΗΜΑ

Μία από τις βασικότερες μεθόδους για τον έλεγχο της υγείας του εμβρύου είναι το υπερηχογράφημα. Το υπερηχογράφημα χρησιμοποιεί τους υπερήχους, οι οποίοι είναι μηχανικά (ακουστικά) κύματα υψηλής συχνότητας που δεν είναι ακουστά από το ανθρώπινο αυτί. Πρόκειται για μία ανώδυνη και ακίνδυνη εξέταση, αφού σε αντίθεση με την ακτινογραφία, την αξονική και τη μαγνητική τομογραφία δε χρησιμοποιεί ακτινοβολία ισοτόπων. Η κεφαλή του μηχανήματος υπερήχων (ηχοβολέας) παράγει υψίσυχνους ήχους, οι οποίοι διαπερνώντας τα στρώματα του σώματος εν μέρει ανακλώνται και επιστρέφουν σ’ αυτής η οποία τους μεταφράζει σε εικόνα. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι υπέρηχοι μπορούν να προκαλέσουν βλάβη στο έμβρυο.
Στη διάρκεια κάθε κύησης πρέπει να πραγματοποιούνται 4 υπερηχογραφήματα, καθένα από τα οποία έχει συγκεκριμένο στόχο:

1) Υπερηχογράφημα αρχόμενης κύησης:
Πρόκειται για το πρώτο υπερηχογράφημα της κύησης και πραγματοποιείται την 6η-8η εβδομάδα της κύησης. Βασικός στόχος είναι η αναγνώριση της θέσης ανάπτυξης του σάκου της κύησης, αν πρόκειται δηλαδή για ενδομήτριο ή εξωμήτριο κύηση. Με τις δυνατότητες και την ευκρίνεια των σύγχρονων μηχανημάτων, ωστόσο, στη διάρκεια αυτού του υπερηχογραφήματος αναγνωρίζεται επίσης το έμβρυο και αν πρόκειται για μονήρη ή πολύδυμη κύηση, ο αμνιακός σάκος και ο λεκιθικός ασκός, επιβεβαιώνεται η θετική καρδιακή λειτουργία του εμβρύου και μετράται η καρδιακή συχνότητα. Ακόμη, ανάλογα με την ηλικία κύησης είναι δυνατό να αναγνωριστούν τα επάρματα των άνω και κάτω άκρων, τα κυστίδια του εγκεφάλου και ο ρομβεγκέφαλος και άλλες πρώιμες δομές του εμβρύου. Με βάση τις προαναφερθείσες μετρήσεις προσδιορίζεται ο κίνδυνος αποβολής σε αυτό το αρχόμενο στάδιο της κύησης και προσδιορίζεται με ακρίβεια ο κατάλληλος χρόνος διενέργειας του επόμενου υπερηχογραφήματος – της αυχενικής διαφάνειας.

2) Υπερηχογράφημα αυχενικής διαφάνειας:
Πρόκειται για το σημαντικότερο ίσως υπερηχογράφημα της κύησης και πραγματοποιείται ιδανικά μεταξύ της 11ης έως και της 13ης εβδομάδας κύησης. Ο βασικός στόχος αυτού του υπερηχογραφήματος είναι ο καθορισμός της ηλικίας κύησης και ο προσδιορισμός του κινδύνου χρωμοσωμικών ανωμαλιών του εμβρύου. Η ακριβής ηλικία της κύησης καθορίζεται από το κεφαλοουραίο μήκος του εμβρύου και με βάση αυτό προσδιορίζεται και η πιθανή ημερομηνία τοκετού.
Όσον αφορά τον κίνδυνο χρωμοσωμικών ανωμαλιών, αυτός υπολογίζεται από έναν πολύπλοκο αλγόριθμο που λαμβάνει υπόψιν:
• Ιστορικό: συνυπάρχουσες παθήσεις, λήψη φαρμάκων, κάπνισμα, μαιευτικό ιστορικό.
• Δημογραφικά στοιχεία της εγκύου: ηλικία, φυλή, βάρος, ύψος
• Υπερηχογραφικά ευρήματα: μετράται η καρδιακή συχνότητα, η αυχενική διαφάνεια (η ποσότητα υγρού που βρίσκεται συγκεντρωμένο στον αυχένα του εμβρύου και είναι αυξημένη στα έμβρυα με χρωμοσωμικές ανωμαλίες ή καρδιοπάθειες κτλ), ελέγχεται η παρουσία ή όχι του ρινικού οστού, μετρώνται οι αντιστάσεις στον φλεβώδη πόρο (η αντίσταση που συναντά δηλαδή το αίμα όπως περνά από τον φλεβώδη πόρο, ο οποίος είναι ένα μικρό αγγείο στο ήπαρ του εμβρύου) και ελέγχεται η τριγλώχινα βαλβίδα της καρδιάς (κατά πόσο κλείνει στεγανά ή ανεπαρκεί). Με τις δυνατότητες και την ευκρίνεια των σύγχρονων μηχανημάτων, ωστόσο, στη διάρκεια αυτού του υπερηχογραφήματος ελέγχεται και η ανατομία του εμβρύου (εγκέφαλος, νεφροί και ουροδόχος κύστη, άνω και κάτω άκρα, δάκτυλα άνω και κάτω άκρων, οφθαλμοί, πρόσωπο, στομάχι και σπονδυλική στήλη).
• Αιματολογικές εξετάσεις: μετρώνται τουλάχιστον δύο ορμόνες που παράγονται από τον πλακούντα: η β-hcG και η PAPP-A. Ο πλακούντας φέρει το ίδιο γενετικό υλικό με το έμβρυο, οπότε τυχόν τρισωμίες επηρεάζουν και τη λειτουργία του πλακούντα.
Από την επεξεργασία όλων αυτών των δεδομένων προκύπτει ο εξατομικευμένος κίνδυνος για χρωμοσωμικές ανωμαλίες βάση του οποίου ταξινομούνται οι κυήσεις σε:
• Χαμηλού κινδύνου (κίνδυνος <1/2500),
• Μετρίου κινδύνου (κίνδυνος >1/2500 έως <1/300), και
• Υψηλού κινδύνου (κίνδυνος >1/300)
Με βάση τα αποτελέσματα αυτά, ενημερώνεται το ζευγάρι για τις περαιτέρω επιλογές του: αυτές του επεμβατικού (λήψη τροφοβλάστης ή αμνιοπαρακέντηση) και μη επεμβατικού (ελεύθερο εμβρυϊκό DNA) ελέγχου, και λαμβάνει την απόφασή του.
Στα σύγχρονα κέντρα εκτός από τον κίνδυνο για αριθμητικές χρωμοσωμικές ανωμαλίες, υπολογίζεται και ο κίνδυνος για προεκλαμψία και πρόωρο τοκετό. Ειδικότερα, όσον αφορά τον πρόωρο τοκετό μετράται διακολπικά το μήκος του ενδοτραχήλου από το οποίο σε συνδυασμό με το ιστορικό προκύπτει ο κίνδυνος για πρόωρο τοκετό. Όσον αφορά την προεκλαμψία, κατά τη διάρκεια της εξέτασης μετρώνται οι αντιστάσεις στις μητριαίες αρτηρίες της εγκύου (αντανακλούν τις αντιστάσεις στον πλακούντα), ο αυξητικός παράγοντας του πλακούντα (Placental Growth Factor, PlGF) και απο αυτές τις μετρήσεις σε συνδυασμό με το ιστορικό της ασθενούς προσδιορίζεται ο κίνδυνος για την εμφάνιση προεκλαμψίας.

3) Υπερηχογράφημα β΄επιπέδου
Το υπερηχογράφημα αυτό πραγματοποιείται από την 21η έως την 24η εβδομάδα της κύησης και ο βασικός του στόχος είναι ο έλεγχος της ανατομίας του εμβρύου, αν υπάρχουν δηλαδή όλα τα όργανα και είναι στη σωστή ανατομική τους θέση. Συγκεκριμένα ελέγχονται όλα τα όργανα του εμβρύου κατά συστήματα (άνω και κάτω άκρα, δομές εγκεφάλου και προσώπου, καρδιά και συνδέσεις της, σπονδυλική στήλη, νεφροί και ουροδόχος κύστη, γεννητικό σύστημα, διάφραγμα, στόμαχος, χοληδόχος κύστη, κοιλιακό τοίχωμα) ως προς την ανατομία και τη θέση τους, προσδιορίζεται η ανάπτυξη του εμβρύου μέσω μετρήσεων της περιμέτρου της κεφαλής και της κοιλίας και του μήκους του μηριαίου οστού, ελέγχονται τα αγγεία ομφαλίου, το αμνιακό υγρό, η δομή και η θέση του πλακούντα. Τέλος, μετράται διακολπικά το μήκος του ενδοτραχήλου για τον προσδιορισμό του κινδύνου πρόωρου τοκετού καθώς και η ροή του αίματος στις μητριαίες αρτηρίες.
4) Υπερηχογράφημα Doppler
Το υπερηχογράφημα αυτό πραγματοποιείται μετά την 31η εβδομάδα της κύησης και ο βασικός του στόχος είναι ο έλεγχος της κατάστασης του πλακούντα και της τροφοδοσίας του εμβρύου. Καταρχήν, επαναλαμβάνεται η βασική βιομετρία του εμβρύου ώστε να υπολογιστεί το εκτιμώμενο βάρος του και το εκτιμώμενο βάρος γέννησης. Στη συνέχεια ελέγχεται η ροή του αίματος μέσα σε συγκεκριμένα αγγεία του εμβρύου ώστε έμμεσα από αυτή να προσδιοριστεί η αιμάτωση των αντίστοιχων οργάνων. Ειδικότερα μετρώνται οι αντιστάσεις στη Μέση Εγκεφαλική Αρτηρία, στον Φλεβώδη Πόρο και σε ελεύθερη έλικα του ομφαλίου λώρου. Εφόσον κριθεί αναγκαίο μετράται η ροή του αίματος στις ομφαλικές αρτηρίες και εντός του εμβρύου εκατέρωθεν της ουροδόχου κύστεως. Τέλος, μετράται το αμνιακό υγρό (βαθύτερη λίμνη ή δείκτης αμνιακού υγρού) και μετρώνται οι αντιστάσεις στις μητριαίες αρτηρίες της εγκύου.
Το υπερηχογράφημα αυτό ανάλογα με τα αποτελέσματα του ενδέχεται να χρειαστεί να επαναληφθεί κάποιες φορές μέχρι το τέλος της κύησης.