ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΥ ΖΕΥΓΑΡΙΟΥ

Η διερεύνηση της υπογονιμότητας ενός ζευγαριού προϋποθέτει την πραγματοποίηση μίας σειράς εξετάσεων (επεμβατικών και μη επεμβατικών) οι οποίες αποσκοπούν στην ανεύρεση της αιτία της υπογονιμότητας. Η όλη διαδικασία μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα σε λίγους μήνες στις περισσότερες των περιπτώσεων. Αν βρεθεί κάποιο αίτιο τότε πρώτος στόχος είναι η αντιμετώπιση αυτού, ενώ στις περιπτώσεις που παρά τον ενδελεχή έλεγχο δεν ανευρίσκεται αίτιο τότε πιθανόν να χρειαστεί να καταφύγουμε στις τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
Το πρώτο βήμα στην διερεύνηση της υπογονιμότητας είναι καταρχήν να προσδιοριστεί κατά πόσο το ζευγάρι είναι όντως υπογόνιμο και ο λόγος που αναζητά ειδική συμβουλευτική.
Ένα ζευγάρι θεωρείται υπογόνιμο όταν ισχύει ένα τουλάχιστον από τα παρακάτω:
• Δεν έχει επιτευχθεί εγκυμοσύνη μετά από 1 χρόνο τακτικής σεξουαλικής επαφής χωρίς τη χρήση αντισυλληπτικών μεθόδων.
• Δεν έχει επιτευχθεί εγκυμοσύνη μετά από 1 χρόνο τακτικής σεξουαλικής επαφής χωρίς τη χρήση αντισυλληπτικών μεθόδων και η ηλικία της γυναίκας είναι άνω των 35 ετών.
• Ο εμμηνορρυσιακός κύκλος της γυναίκας δεν είναι τακτικός.
• Υπάρχει κάποιος γνωστός παράγοντας υπογονιμότητας στο ζευγάρι.

Η υπογονιμότητα είναι μία κατάσταση η οποία μπορεί να προκληθεί από μία ποικιλία παραγόντων. Οι παράγοντες αυτοί μπορούν να αφορούν είτε την γυναίκα είτε τον άντρα ή και τους δύο. Στις γυναίκες η υπογονιμότητα μπορεί να σχετίζεται με προβλήματα ωοθυλακιορρηξίας, ανωμαλίες των αναπαραγωγικών οργάνων και του ορμονικού της προφίλ, ενώ στον άντρα σχετίζεται με προβλήματα της ποσότητας ή της υγείας του σπέρματος.

Ένας παράγοντας που επηρεάζει σημαντικά τη γονιμότητα είναι η ηλικία. Μια γυναίκα ξεκινάει τη ζωή της με ένα σταθερό αριθμό ωαρίων. Ο αριθμός αυτός μειώνεται σταδιακά καθώς μεγαλώνει. Για υγιή, νεαρά ζευγάρια, η πιθανότητα να μείνει μία γυναίκα έγκυος φυσιολογικά, είναι περίπου 20% σε κάθε εμμηνορρυσιακό κύκλο, ποσοστό το οποίο μειώνεται σταδιακά από την 3η δεκαετία της γυναίκας, και μειώνεται ακόμη πιο απότομα μετά το 37ο έτος της ηλικίας. Αντίστοιχα και η γονιμότητα ενός άνδρα μειώνεται με το πέρας της ηλικίας, χωρίς όμως να είναι τόσο προβλέψιμα τα ποσοστά.

Ο τρόπος ζωής είναι ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει τη γονιμότητα. Για τις γυναίκες, βάρος πολύ κάτω ή άνω του φυσιολογικού καθώς και η υπερβολική άσκηση σχετίζεται με την υπογονιμότητα, όπως επίσης η κατανάλωση αλκοόλ σε μέτρια ή υψηλά επίπεδα και το κάπνισμα. Αντίστοιχα, για τους άνδρες, το κάπνισμα, η κατάχρηση αλκοόλ, η χρήση μαριχουάνας και αναβολικών στεροειδών μπορεί να μειώσει τον αριθμό των σπερματοζωαρίων και την κινητικότητά τους, με το κάπνισμα να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο ακόμα και στην στυτική λειτουργία των ανδρών.

Κατά την πρώτη σας επίσκεψη για τη διερεύνηση της υπογονιμότητας λαμβάνεται λεπτομερές ιατρικό ιστορικό και ακολουθεί φυσική εξέταση. Κατά τη λήψη του ιατρικού ιστορικού απαραίτητες είναι οι ερωτήσεις σχετικά με την έμμηνο ρύση σας και την ύπαρξη ανώμαλων κολπικών αιμορραγιών και εκκρίσεων, πυελικού πόνου και διαταραχών που μπορούν να επηρεάσουν την αναπαραγωγή, όπως η νόσος του θυρεοειδούς. Εάν υπάρχει σταθερός σύντροφος και οι δύο θα κληθείτε να απαντήσετε στα ακόλουθα θέματα:
• Λήψη φαρμάκων (με ή χωρίς συνταγή γιατρού) και θεραπειών με βότανα
• Ύπαρξη ασθενειών, συμπεριλαμβανομένων και των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων, και ιστορικό χειρουργικών επεμβάσεων κατά το παρελθόν
• Ύπαρξη γενετικών προβλημάτων στην οικογένειά σας
• Ύπαρξη παλαιότερων κυήσεων και έκβαση αυτών
• Χρήση καπνού, αλκοόλ και παράνομων ουσιών
• Επάγγελμα

Επίσης, τόσο εσείς όσο και ο σύντροφός σας θα κληθείτε να απαντήσετε στα ακόλουθα ερωτήματα σχετικά με το σεξουαλικό σας ιστορικό:
• Μεθόδους αντισύλληψης που έχετε χρησιμοποιήσει
• Πόσο διάστημα προσπαθείτε να μείνετε έγκυος
• Πόσο συχνά κάνετε σεξ και αν αντιμετωπίζετε ή όχι δυσκολίες
• Εάν χρησιμοποιείτε λιπαντικά κατά τη διάρκεια του σεξ
• Προγενέστερες σεξουαλικές σχέσεις

Μετά τη λήψη αναλυτικού ιατρικού ιστορικού ακολουθεί μία σειρά εξετάσεων, όπως εργαστηριακές εξετάσεις, υπέρηχοι, και κάποιες άλλες συγκεκριμένες επεμβατικές διαδικασίες. Πιο συγκεκριμένα, για τη γυναίκα οι εργαστηριακές εξετάσεις περιλαμβάνουν:
- παρακολούθηση της βασικής θερμοκρασίας του σώματος: πραγματοποιείται με τη λήψη θερμοκρασίας από το στόμα κάθε πρωί πριν ακόμα σηκωθείτε από το κρεβάτι (τα αποτελέσματα καταγράφονται σε διάγραμμα και παρακολουθούνται για 2-3 περιόδους εμμήνου ρύσεως), είναι ένας τρόπος για να δείτε εάν έχετε ωορρηξία, κατά την οποία το σώμα της γυναίκας αυξάνει ελαφρώς θερμοκρασία
- εξέταση ούρων: εναλλακτικός τρόπος καθορισμού της ωορρηξίας κατά την οποία ανιχνεύεται η ωχρινότροπος ορμόνη (LH) στα ούρα, και η οποία προκαλεί την απελευθέρωση ενός ωαρίου
- εξέταση προγεστερόνης: λαμβάνεται δείγμα αίματος σε μια δεδομένη ημέρα του έμμηνου κύκλου για τη μέτρηση του επιπέδου της ορμόνης προγεστερόνης, η αύξηση του οποίου υποδηλώνει ότι έχετε ωορρηξία.
- εξέταση λειτουργίας θυρεοειδούς: προβλήματα στη λειτουργία του θυρεοειδούς μπορεί να επηρεάσουν τη γονιμότητα. Αν υποψιαστείτε πρόβλημα με το θυρεοειδή αδένα σας, θα πρέπει να μετρηθούν τα επίπεδα των ορμονών που ελέγχουν τον θυρεοειδή αδένα για να δείτε αν λειτουργεί κανονικά
- εξέταση επιπέδου προλακτίνης: πρόκειται για εξέταση αίματος που μετρά το επίπεδο της ορμόνης προλακτίνη, τα υψηλά επίπεδα της οποίας μπορούν να διαταράξουν την ωορρηξία
- εξέταση αποθεματικού των ωοθηκών: η συγκεκριμένη εξέταση μετρά τα επίπεδα συγκεκριμένων ορμονών στο αίμα που εμπλέκονται στην ωορρηξία. Η εν λόγω εξέταση συστήνεται σε γυναίκες άνω των 35 ετών καθώς και σε περιπτώσεις που υπάρχουν γνωστά προβλήματα γονιμότητας. Τα αποτελέσματα αυτών των εξετάσεων μπορούν να προσδιορίσουν τον αριθμό των ωαρίων που απομένουν στις ωοθήκες καθώς και εάν αυτά είναι υγιή.
- Υπέρηχοι καθώς και άλλες διαδικασίες απεικόνισης: περιλαμβάνουν διακολπικά υπερηχογραφήματα, υστεροσαλπιγγογραφία, υδροσονογραφία, υστεροσκόπηση και λαπαροσκόπηση. Το ποια ή ποιες από τις εξετάσεις αυτές χρειάζονται να γίνουν θα καθοριστεί από τα αποτελέσματα των προηγούμενων εξετάσεων, καθώς και από τις ανάγκες/συμπτώματα κάθε γυναίκας. Οι διαφορετικές αυτές εξετάσεις και διαδικασίες απεικόνισης χρησιμοποιούνται για να εξετάσουμε τα αναπαραγωγικά όργανα. Ελέγχουν αν οι σάλπιγγες είναι υγιείς και αν υπάρχουν προβλήματα στη μήτρα.

Η βασική εξέταση που συστήνεται για τον άντρα είναι το σπερμοδιάγραμμα (αριθμός, μορφή και κινητικότητα σπερματοζωαρίωνμεταξύ άλλων). Εάν το αποτέλεσμα του σπερμοδιαγράμματος δεν είναι φυσιολογικό ή έχουν προκύψει ζητήματα προς διερεύνηση από τη λήψη του ιστορικού, μπορεί να χρειαστεί η πραγματοποίηση περαιτέρω εξετάσεων, όπως υπερηχογράφημα για τον έλεγχο του οσχέου καθώς και των πόρων και των σωληναρίων μέσα από τα οποία περνάει το σπέρμα.